Ανακαλύψτε και κατανοήστε βασικούς χρηματοοικονομικούς όρους με απλή γλώσσα
Η μετατροπή ενός νομίσματος σε άλλο (π.χ. ευρώ σε δολάριο) με βάση την ισοτιμία που ισχύει τη στιγμή της συναλλαγής. Χρησιμοποιείται κυρίως για διεθνείς πληρωμές ή εμπορικές συναλλαγές και πραγματοποιείται μέσω τραπεζών ή ανταλλακτηρίων. Η τιμή μετατροπής δεν είναι σταθερή και το τελικό ποσό μπορεί να επηρεαστεί από τυχόν χρεώσεις.
Αγορά όπου τράπεζες, επιχειρήσεις και κράτη δανείζονται ή τοποθετούν χρήματα για πολύ μικρό διάστημα (έως 12 μήνες). Σε αυτή την αγορά διαμορφώνονται βασικά επιτόκια αναφοράς, όπως το Euribor, τα οποία επηρεάζουν έμμεσα το κόστος δανεισμού στην ευρύτερη οικονομία.
Η τιμή στην οποία μπορεί να αγοραστεί ή να πωληθεί ένα περιουσιακό στοιχείο (π.χ. μετοχή, ακίνητο, μερίδιο αμοιβαίου κεφαλαίου) σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αντικατοπτρίζει την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης και μπορεί να μεταβάλλεται συνεχώς.
Τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία κίνηση από τον δικαιούχο για μεγάλο χρονικό διάστημα (συνήθως πάνω από 5 έτη). Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, αν το υπόλοιπο παραμείνει αζήτητο για 20 χρόνια, μεταφέρεται στο Ελληνικό Δημόσιο
Κατάσταση όπου μια δανειακή υποχρέωση δεν εξοφλείται εμπρόθεσμα ή θεωρείται απίθανο να εξοφληθεί πλήρως, συνήθως μετά από καθυστέρηση άνω των 90 ημερών. Η αθέτηση πληρωμής επηρεάζει αρνητικά την πιστοληπτική εικόνα του δανειολήπτη.
H συνολική αξία όλων των τελικών προϊόντων και υπηρεσιών που παράγονται σε μια χώρα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπως ένα τρίμηνο ή ένα έτος. Χρησιμοποιείται ως βασικός δείκτης για την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας σε μια χώρα: όταν αυξάνεται η οικονομία αναπτύσσεται, όταν μειώνεται η οικονομία συρρικνώνεται.
Επενδυτικό προϊόν όπου συγκεντρώνονται χρήματα από πολλούς επενδυτές και τοποθετούνται συλλογικά σε χρηματοπιστωτικά μέσα (π.χ. μετοχές, ομόλογα) από επαγγελματική εταιρεία διαχείρισης. Κάθε επενδυτής κατέχει μερίδια ανάλογα με το ποσό που έχει επενδύσει.
Η ενίσχυση των κεφαλαίων μιας εταιρείας ή τράπεζας, ώστε να καλυφθούν ζημίες και να εξασφαλιστεί η οικονομική της σταθερότητα. Αυτό μπορεί να γίνει, για παράδειγμα, με έκδοση νέων μετοχών ή με εισφορά κεφαλαίων από το κράτος.
Η διαδικασία κατά την οποία οι τόκοι προστίθενται στο αρχικό κεφάλαιο και στη συνέχεια παράγουν και αυτοί νέους τόκους. Ο ανατοκισμός μπορεί να αυξήσει πιο γρήγορα μια αποταμίευση, αλλά και το κόστος ενός δανείου αν αυτό δεν εξυπηρετείται τακτικά.
Τρόπος πληρωμής κατά τον οποίο η κάρτα ή η συσκευή (π.χ. κινητό τηλέφωνο, ρολόι) πλησιάζει στο τερματικό (POS) και η πληρωμή εκτελείται, χωρίς να απαιτείται η φυσική επαφή ή η εισαγωγή της κάρτας. Εφόσον το ποσό δεν ξεπερνά ένα συγκεκριμένο όριο, δεν απαιτείται η πληκτρολόγηση PIN ή η επιβεβαίωση με βιομετρικά χαρακτηριστικά.
Μορφή δανεισμού με εγκεκριμένο ανώτατο όριο, χωρίς σταθερές δόσεις ή ημερομηνία λήξης. Ο δανειολήπτης δανείζεται όσα χρειάζεται κάθε φορά, και μόλις αποπληρώσει ένα μέρος, το ποσό αυτό γίνεται ξανά διαθέσιμο, χωρίς να χρειαστεί νέα αίτηση. Τόκοι χρεώνονται μόνο στο ποσό που έχει χρησιμοποιηθεί, αλλά όσο παραμένει ανεξόφλητο, το κόστος αυξάνεται. Η πιστωτική κάρτα και η υπερανάληψη (overdraft) είναι οι πιο γνωστές μορφές ανοικτού δανείου.
Το ποσό που καλύπτει ο ίδιος ο ασφαλισμένος πριν αρχίσει η ασφαλιστική εταιρεία να αποζημιώνει μια ζημιά. Όσο μεγαλύτερη είναι η απαλλαγή, τόσο μικρότερο είναι συνήθως το ασφάλιστρο, και αντίστροφα.
Κάθε σκόπιμη παράνομη ενέργεια που στοχεύει στην απόκτηση χρημάτων ή προσωπικών στοιχείων, συνήθως μέσω πλαστοπροσωπίας, παραπλανητικών μηνυμάτων (phishing, smishing) ή μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε λογαριασμούς. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αναφέρουν τέτοια περιστατικά στις αρμόδιες εποπτικές αρχές.
Πόσα χρήματα κέρδισε ή έχασε κάποιος από μια επένδυση σε σχέση με το ποσό που αρχικά επένδυσε. Εκφράζεται συνήθως ως ετήσιο ποσοστό, μπορεί να είναι θετική (κέρδος) ή αρνητική (ζημιά) και να προέρχεται από τόκους, μερίσματα ή από το αν ανέβηκε ή έπεσε η αξία της επένδυσης (π.χ. αξία μετοχής ή αξία ακινήτου).
Το αντίθετο της επένδυσης. Ένας επενδυτής ή οργανισμός πουλάει περιουσιακά στοιχεία που κατέχει (π.χ. μετοχές, ακίνητα, μερίδια σε εταιρείες) και αποσύρει τα κεφάλαιά (χρήματά) του. Μπορεί να γίνει για πολλούς λόγους, όπως αλλαγή στρατηγικής, ανάγκη ρευστότητας ή αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου.
Η συνεχής και γενικευμένη μείωση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών σε μία οικονομία, όπως αυτή μετριέται από δείκτες όπως ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή. Αποτελεί το αντίθετο φαινόμενο του πληθωρισμού και μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η σταδιακή εξόφληση ενός δανείου μέσω τακτικών δόσεων, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που ορίζεται στη δανειακή σύμβαση. Κάθε δόση περιλαμβάνει συνήθως ένα τμήμα κεφαλαίου και ένα τμήμα τόκων, ενώ με κάθε πληρωμή μειώνεται το υπόλοιπο της οφειλής.
Το μέρος του εισοδήματος που δεν ξοδεύεται αλλά κρατιέται στην άκρη για μελλοντικές ανάγκες ή στόχους. Μπορεί να φυλάσσεται σε τραπεζικό λογαριασμό, προθεσμιακή κατάθεση ή άλλο χρηματοοικονομικό προϊόν και αποτελεί βασικό εργαλείο οικονομικής ασφάλειας.
Το ποσό που καταβάλλει η ασφαλιστική εταιρεία στον ασφαλισμένο ή στους δικαιούχους όταν συμβεί κάτι που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Το ύψος της αποζημίωσης εξαρτάται από τους όρους του συμβολαίου και το πραγματικό μέγεθος της ζημιάς, και δεν είναι απαραίτητα ίσο με το συνολικό κόστος του συμβάντος.
Το σύνολο των κινδύνων και ζημιών για τους οποίους ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο παρέχει αποζημίωση. Οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι, καθώς και οι εξαιρέσεις, ορίζονται ρητά στους όρους του συμβολαίου.
Χρηματοοικονομικό προϊόν που συνδυάζει δύο λειτουργίες: ασφάλιση ζωής και επένδυση. Ένα μέρος του ασφαλίστρου καλύπτει την ασφαλιστική προστασία και ένα μέρος τοποθετείται σε χρηματοπιστωτικά μέσα (π.χ. μετοχές, ομόλογα) με στόχο τη μακροπρόθεσμη απόδοση. Η τελική αξία του επενδυτικού σκέλους εξαρτάται από την πορεία των αγορών και ενδέχεται να μην είναι εγγυημένη.
Το ποσό που καταβάλλεται σε μια ασφαλιστική εταιρεία, περιοδικά (π.χ. μηνιαία ή ετήσια) ή εφάπαξ για τη διατήρηση ενεργής ασφαλιστικής κάλυψης. Το ύψος του εξαρτάται από παράγοντες όπως το είδος και η έκταση της κάλυψης, η ηλικία και η κατάσταση υγείας του ασφαλισμένου.
Kάρτα που υπάρχει αποκλειστικά σε ψηφιακή μορφή, χωρίς φυσικό πλαστικό. Διαθέτει μοναδικό αριθμό, ημερομηνία λήξης και κωδικό CVV, όπως μια κανονική κάρτα, και χρησιμοποιείται για ηλεκτρονικές αγορές ή ανέπαφες πληρωμές μέσω ψηφιακού πορτοφολιού (π.χ. Apple Pay, Google Pay).
Ένα χρηματικό ποσό που παρέχεται από τράπεζα, εταιρεία ή ιδιώτη σε κάποιον άλλο, με την υποχρέωση να επιστραφεί σταδιακά μαζί με τόκους. Το δάνειο δημιουργεί χρέος, δηλαδή υποχρέωση αποπληρωμής, που διαρκεί μέχρι την πλήρη εξόφλησή του.
Το φυσικό πρόσωπο ή η επιχείρηση που λαμβάνει δάνειο από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα και αναλαμβάνει την υποχρέωση να το αποπληρώσει εντός συγκεκριμένης διάρκειας, μαζί με τους συμφωνημένους τόκους, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης.
Δείκτης που μετρά πώς μεταβάλλονται οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνουν τα νοικοκυριά (το λεγόμενο «καλάθι του καταναλωτή»). Καταρτίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και αποτελεί το βασικό εργαλείο μέτρησης του πληθωρισμού.
Η προσωρινή δέσμευση μέρους του διαθέσιμου υπολοίπου ενός λογαριασμού ή μιας κάρτας, πριν οριστικοποιηθεί μια συναλλαγή. Εφαρμόζεται συχνά από ξενοδοχεία, εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων ή βενζινάδικα. Το δεσμευμένο ποσό δεν είναι διαθέσιμο για άλλες συναλλαγές και αποδεσμεύεται αυτόματα αν η τελική χρέωση είναι μικρότερη ή αν η συναλλαγή δεν ολοκληρωθεί.
Η διαδικασία κατά την οποία μια εταιρεία διαθέτει για πρώτη φορά μετοχές της στο επενδυτικό κοινό μέσω του χρηματιστηρίου, γνωστή διεθνώς ως IPO (Initial Public Offering). Με αυτόν τον τρόπο η εταιρεία αντλεί κεφάλαια και γίνεται εισηγμένη. Η τιμή της μετοχής νεοεισηγμένων εταιρειών μπορεί να παρουσιάσει έντονες αυξομειώσεις, ιδίως κατά το πρώτο διάστημα διαπραγμάτευσης.
Η στρατηγική τοποθέτησης των χρημάτων σε διαφορετικές επενδύσεις, κλάδους ή αγορές, ώστε να μειώνεται ο συνολικός κίνδυνος και να μην εξαρτάται η απόδοση (κέρδος ή ζημία) αποκλειστικά από μία μόνο επιλογή.
Το πρόσωπο ή η επιχείρηση που λαμβάνει τα χρήματα σε μια τραπεζική μεταφορά ή πληρωμή δηλαδή ο τελικός παραλήπτης του ποσού. Στις συναλλαγές εντός Ευρώπης (SEPA), ο δικαιούχος ταυτοποιείται μέσω του IBAN του. Το αντίθετο του δικαιούχου είναι ο εντολέας, δηλαδή αυτός που στέλνει τα χρήματα.
Το ανώτατο ποσό μέχρι το οποίο οι καταθέσεις κάθε πελάτη σε μια τράπεζα είναι προστατευμένες από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων (ΤΕΚΕ). Αυτό σημαίνει ότι ακόμα κι αν η τράπεζα αντιμετωπίσει σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, οι καταθέσεις μέχρι το ισχύον όριο παραμένουν εγγυημένες. Το όριο υπολογίζεται στο σύνολο των λογαριασμών του ίδιου καταθέτη στην ίδια τράπεζα, όχι ξεχωριστά ανά λογαριασμό. Η εν λόγω προστασία ισχύει ξεχωριστά για τις καταθέσεις του ίδιου καταθέτη σε κάθε τράπεζα.
Η ανάληψη υποχρέωσης από τρίτο πρόσωπο (εγγυητή) να καλύψει τις οφειλές δανείου σε περίπτωση που ο βασικός οφειλέτης δεν μπορεί να αποπληρώσει. Αποτελεί μορφή εξασφάλισης για το πιστωτικό ίδρυμα.
Τραπεζικό έγγραφο με το οποίο η τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό σε τρίτο δικαιούχο, σε περίπτωση που ο πελάτης δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Χρησιμοποιείται συχνά σε εμπορικές συναλλαγές και συμβάσεις.
Αυτοματοποιημένα μηνύματα που αποστέλλονται από την τράπεζα μέσω SMS ή εφαρμογής για κινήσεις λογαριασμού ή κάρτας, όπως χρεώσεις, πιστώσεις ή ύποπτες συναλλαγές. Αποτελούν μέσο ενημέρωσης και ενίσχυσης της ασφάλειας.
Η κεντρική τράπεζα της ζώνης του ευρώ, υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής και τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Συντονίζει και εποπτεύει την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ευρωζώνης.
Μέθοδος ταυτοποίησης που απαιτεί δύο διαφορετικά στοιχεία επιβεβαίωσης, όπως κωδικό και βιομετρικό χαρακτηριστικό, για αυξημένη ασφάλεια.
Η διαφορά μεταξύ της αξίας των εισαγωγών και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών μιας χώρας σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Δείχνει αν μια οικονομία εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει σε άλλες χώρες ή το αντίθετο.
Η κλίμακα που δείχνει πόσο αξιόπιστος είναι ένας δανειολήπτης (π.χ. κράτος, τράπεζα ή εταιρεία) στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών του. Όσο υψηλότερη η βαθμίδα, τόσο μικρότερος θεωρείται ο κίνδυνος για τον επενδυτή. Η αξιολόγηση γίνεται από ανεξάρτητους οργανισμούς, όπως οι Standard & Poor's, Moody's και Fitch.
Δάνειο που παρέχεται για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένου επενδυτικού έργου, συνήθως με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Συνδέεται άμεσα με την υλοποίηση και την ανάπτυξη της επένδυσης.
Η συνολική εικόνα ενός επενδυτή με βάση τις γνώσεις, την εμπειρία, την οικονομική του κατάσταση, τους στόχους και την ανοχή του στον κίνδυνο. Το επενδυτικό προφίλ λειτουργεί ως οδηγός για την επιλογή επενδυτικών λύσεων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του κάθε επενδυτή και χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των κατάλληλων επενδυτικών επιλογών.
Το σύνολο των επενδύσεων που κατέχει ένας επενδυτής, όπως μετοχές, ομόλογα ή αμοιβαία κεφάλαια. Η σύνθεσή του καθορίζεται με βάση τους στόχους, το χρονικό ορίζοντα, το επίπεδο κινδύνου και το επενδυτικό προφίλ του επενδυτή.
Το χρονικό διάστημα για το οποίο διατηρείται μια επένδυση πριν από τη ρευστοποίησή της. Επηρεάζει το επίπεδο ανάληψης κινδύνου αλλά και την απόδοση μιας επενδυτικής επιλογής.
Το ποσοστό που εκφράζει το κόστος ενός δανείου ή την απόδοση μιας αποταμίευσης σε σχέση με το αρχικό ποσό χρημάτων. Τα επιτόκια μπορεί να είναι σταθερά ή κυμαινόμενα και καθορίζονται από παράγοντες όπως η νομισματική πολιτική, οι συνθήκες της αγοράς και το προφίλ κινδύνου του δανειολήπτη.
Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για τον υπολογισμό επιτοκίων δανείων. Μεταβολές σε αυτό επηρεάζουν το τελικό κόστος δανεισμού. Συνήθως αυτό το επιτόκιο για δάνεια σε ευρώ είναι το Euribor.
Η ένωση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως κοινό νόμισμα και εφαρμόζουν κοινή νομισματική πολιτική.
Η πληρωμή ολόκληρου του ποσού με μία μόνο καταβολή, χωρίς διαχωρισμό σε δόσεις ή επαναλαμβανόμενες πληρωμές.
Η ανάγκη ή επιθυμία και η δυνατότητα των καταναλωτών να αποκτήσουν ένα αγαθό ή μια υπηρεσία, ανάλογα με παράγοντες όπως η τιμή, το εισόδημα και οι προτιμήσεις τους.
Η πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες μέσω διαδικτύου από υπολογιστή ή άλλη ηλεκτρονική συσκευή. Επιτρέπει την εκτέλεση συναλλαγών και την παρακολούθηση λογαριασμών χωρίς φυσική παρουσία οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιαδήποτε μέρος αρκεί να υπάρχει σύνδεση στο διαδίκτυο.
Τρόπος υπογραφής ψηφιακών εγγράφων με νομική ισχύ, που επιτρέπει την ολοκλήρωση διαδικασιών χωρίς φυσική παρουσία.
Το μέγιστο ποσό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα σε μία ημέρα για συναλλαγές, όπως αγορές, αναλήψεις ή μεταφορές. Ορίζεται από την τράπεζα και λειτουργεί ως μέτρο ελέγχου και ασφάλειας.
Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη από την τράπεζα για τον υπολογισμό τόκων σε μια συναλλαγή ή από την οποία τα χρήματα καθίστανται διαθέσιμα στον λογαριασμό. Μπορεί να διαφέρει από την ημερομηνία εκτέλεσης της συναλλαγής.
Αποτελεί βασική χρηματοοικονομική κατάσταση που δείχνει τι κατέχει (ενεργητικό) και τι οφείλει (παθητικό) μια επιχείρηση, καθώς και τα ίδια της κεφάλαια, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.
Περιλαμβάνει πληροφορίες για τις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί, όπως ημερομηνίες, ποσά και τρόπους πληρωμής. Καταγράφει τη συνέπεια στην αποπληρωμή οικονομικών υποχρεώσεων ενός φυσικού ή νομικού προσώπου και χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση της πιστοληπτικής του αξιολόγησης. π.χ. Καθυστερήσεις στις πληρωμές δυσκολεύουν την έγκριση νέων αιτήσεων χρηματοδότησης.
Η συνολική αξία των επενδύσεων ή περιουσιακών στοιχείων ενός επενδυτικού σχήματος μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων. Διαιρώντας την με τον αριθμό των μεριδίων σε κυκλοφορία, προκύπτει η αξία κάθε μεριδίου.
Τα χρήματα που απομένουν σε μια εταιρεία μετά την αφαίρεση όλων των εξόδων, φόρων και λοιπών υποχρεώσεων για μια συγκεκριμένη περίοδο.
Δείκτης που αποτυπώνει την οικονομική παραγωγή ανά άτομο σε μια χώρα, υπολογιζόμενος ως το συνολικό ΑΕΠ διαιρεμένο με τον πληθυσμό. Δείχνει ποια θα ήταν η μέση οικονομική παραγωγή που αντιστοιχεί σε κάθε άτομο, αν η συνολική παραγωγή της οικονομίας κατανεμόταν ισόποσα.
Η νομική διαδικασία με την οποία δεσμεύονται χρήματα που τηρούνται σε τραπεζικό λογαριασμό, κατόπιν δικαστικής ή διοικητικής εντολής, προκειμένου να ικανοποιηθούν οφειλές προς τρίτους (π.χ. Δημόσιο, πιστωτές). Ωστόσο, ο νόμος προβλέπει ένα ελάχιστο ακατάσχετο ποσό για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Η αγορά στην οποία διαπραγματεύονται μακροπρόθεσμα χρηματοοικονομικά μέσα, όπως μετοχές και ομόλογα, με σκοπό τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων, οργανισμών και κρατών.
Το σύνολο των χρημάτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων που διαθέτει ένα άτομο ή μια επιχείρηση και τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επένδυση ή παραγωγή εισοδήματος.
Τα διαθέσιμα χρηματικά κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των καθημερινών λειτουργικών αναγκών μιας επιχείρησης (π.χ. μισθοδοσία, αγορά πρώτων υλών, πληρωμή προμηθευτών) και είναι απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία της.
Η διαδικασία κατά την οποία οι τόκοι προστίθενται στο αρχικό κεφάλαιο, αντί να εξοφλούνται ή να εισπράττονται, και στη συνέχεια παράγουν και αυτοί νέους τόκους. Σε μια κατάθεση ή επένδυση αυτό σημαίνει ότι τα χρήματα αυξάνονται πιο γρήγορα με τον χρόνο, ενώ σε ένα δάνειο, αν δεν πληρώνεται κανονικά, το τελικό κόστος μεγαλώνει καθώς οι απλήρωτοι τόκοι τοκίζονται και αυτοί μαζί με το κεφάλαιο. Στα δάνεια η κεφαλαιοποίηση τόκων επιτρέπεται μόνο κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Τραπεζικός λογαριασμός που ανήκει σε δύο ή περισσότερα άτομα, με δυνατότητα κοινής διαχείρισης. Κάθε συνδικαιούχος μπορεί να πραγματοποιεί συναλλαγές ανεξάρτητα, χωρίς απαραίτητα τη συναίνεση των άλλων δικαιούχων.
Η αξία της καλύτερης εναλλακτικής επιλογής που χάνεται όταν λαμβάνεται μια απόφαση. Χρησιμοποιείται ως εργαλείο σύγκρισης και αξιολόγησης εναλλακτικών οικονομικών επιλογών.
Το οικονομικό κόστος που έχει μια τράπεζα, επιχείρηση ή άτομο για τη χρήση ή άντληση κεφαλαίων, το οποίο περιλαμβάνει κυρίως τόκους, αλλά και ενδεχομένως προμήθειες ή απαιτούμενη απόδοση. Η διατήρηση αυτού του κόστους σε χαμηλά επίπεδα είναι κρίσιμη για την ανταγωνιστικότητα.
Το ποσό που καταβάλλει ο εκδότης του ομολόγου στον κάτοχό του, με τη μορφή τόκου, σε τακτά χρονικά διαστήματα, μέχρι τη λήξη του ομολόγου.
Ψηφιακό νόμισμα που λειτουργεί σε αποκεντρωμένο δίκτυο blockchain και χρησιμοποιεί κρυπτογραφία για την ασφάλεια των συναλλαγών. Η αξία του μπορεί να παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις. Τα κρυπτονομίσματα δεν αποτελούν επίσημο μέσο συναλλαγής, δεν εκδίδονται από κεντρική τράπεζα, και οι ελληνικές τράπεζες δεν κατέχουν άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων. Συνεπώς, δεν μπορούν να κατατεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό και δεν καλύπτονται από την εγγύηση καταθέσεων (ΤΕΚΕ).
Η ημερομηνία στην οποία ολοκληρώνεται η διάρκεια ενός ομολόγου ή δανείου και καθίσταται υποχρεωτική η αποπληρωμή του σχετικού χρηματικού κεφαλαίου.
Τραπεζικός λογαριασμός που χρησιμοποιείται για την καταβολή μισθού ή σύνταξης και μπορεί να συνδέεται με ειδικούς όρους ή προνόμια.
Τραπεζικός λογαριασμός που χρησιμοποιείται για αποταμίευση χρημάτων και αποδίδει τόκο, με δυνατότητα σχετικά εύκολης πρόσβασης.
Τραπεζικός λογαριασμός που χρησιμοποιείται για καθημερινές συναλλαγές, όπως πληρωμές, αναλήψεις και μεταφορές, με άμεση πρόσβαση στα χρήματα.
Το σύνολο των χρεώσεων και πιστώσεων που έχουν καταχωρηθεί σε έναν λογαριασμό μέχρι μια δεδομένη στιγμή. Μπορεί να διαφέρει από το διαθέσιμο υπόλοιπο.
Το μέρος των εσόδων από επιχειρηματική δραστηριότητα που παραμένει μετά την αφαίρεση του κόστους των πωληθέντων αγαθών ή υπηρεσιών.
Μονάδα μέτρησης της συμμετοχής ενός επενδυτή σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο. Η συμμετοχή στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο είναι αναλογική, βάσει του αριθμού μεριδίων που κατέχει. Η αξία κάθε μεριδίου υπολογίζεται ημερησίως, αντικατοπτρίζοντας την τρέχουσα αξία των υποκείμενων επενδύσεων.
Το μέρισμα αποτελεί ποσό που διανέμεται στους μετόχους από τα κέρδη μιας εταιρείας, ανάλογα με τον αριθμό μετοχών που κατέχει ο καθένας, όταν και εφόσον η εταιρεία έχει κέρδη και αποφασίσει τη διανομή τους.
Έξοδα που αλλάζουν σε ποσό και συχνότητα, όπως τρόφιμα, μετακινήσεις ή ψυχαγωγία, ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνήθειες του ατόμου ή της επιχείρησης.
Το μεταβλητό επιτόκιο δεν παραμένει σταθερό, αλλά προσαρμόζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα βάσει ενός δείκτη αναφοράς (π.χ. επιτόκια αγοράς), επηρεάζοντας το ύψος των πληρωμών (δάνεια) ή των αποδόσεων (επενδύσεις).
Χρηματοοικονομικός τίτλος που αντιπροσωπεύει μερίδιο συνιδιοκτησίας ενός επενδυτή στο μετοχικό κεφάλαιο μιας εταιρείας.
Μέτοχος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατέχει μία ή περισσότερες μετοχές σε μια εταιρεία και έχει δικαιώματα που απορρέουν από αυτή τη συμμετοχή.
Δάνειο που παρουσιάζει σημαντική καθυστέρηση αποπληρωμής (συνήθως άνω των 90 ημερών) ή για το οποίο εκτιμάται ότι ο οφειλέτης δεν θα μπορέσει να τα αποπληρώσει πλήρως χωρίς ρευστοποίηση εξασφαλίσεων.
Η χρήση δανειακών κεφαλαίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων μεγαλύτερου ύψους από αυτά που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνο με ίδια κεφάλαια, αυξάνοντας τόσο τις πιθανές αποδόσεις όσο και τον κίνδυνο.
Το πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί για λογαριασμό άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου σε νομικές ή τραπεζικές πράξεις.
Αμοιβαίο κεφάλαιο που τοποθετεί τα κεφάλαια των επενδυτών κυρίως σε ομόλογα (κρατικά ή εταιρικά), επιδιώκοντας αποδόσεις από τόκους και σχετικά χαμηλότερο επίπεδο κινδύνου. Μπορεί να διαφοροποιείται ως προς τη διάρκεια, το νόμισμα ή τον τύπο των εκδοτών.
Χρηματοοικονομικός τίτλος μέσω του οποίου ένας επενδυτής δανείζει χρήματα σε κράτος ή εταιρεία και λαμβάνει τόκους και επιστροφή του κεφαλαίου στη λήξη.
Το μέγιστο ποσό μετρητών που μπορεί να αναληφθεί μέσα σε μία ημέρα από ένα τραπεζικό λογαριασμό. Ορίζεται από την τράπεζα, αλλά μπορεί να τροποποιηθεί εντός συγκεκριμένων ορίων.
Τραπεζική εντολή με την οποία ο πελάτης εξουσιοδοτεί την τράπεζα να πραγματοποιεί αυτόματα πληρωμές (π.χ. λογαριασμών ή δόσεων) σε συγκεκριμένο δικαιούχο, σε προκαθορισμένες ημερομηνίες.
Χρηματοοικονομικό προϊόν του οποίου η αξία βασίζεται σε ένα υποκείμενο στοιχείο (π.χ. μετοχή, ομόλογο ή επιτόκιο) και μεταβάλλεται ανάλογα με αυτό.
Το επιπλέον ποσοστό που προστίθεται σε ένα επιτόκιο αναφοράς, όπως το Euribor, ώστε να διαμορφωθεί το τελικό επιτόκιο ενός δανείου ή άλλου τραπεζικού προϊόντος.
Χρονικό διάστημα κατά την έναρξη δανείου ή πίστωσης στο οποίο ο δανειολήπτης απαλλάσσεται προσωρινά από την υποχρέωση καταβολής δόσεων ή/και τόκων. Μπορεί να είναι πλήρης (χωρίς καμία πληρωμή) ή μερική (πληρωμή μόνο τόκων), σύμφωνα με τους όρους του προϊόντος.
Η εκτίμηση της δυνατότητας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου να αποπληρώνει έγκαιρα τις οικονομικές του υποχρεώσεις (creditworthiness). Βασίζεται σε εισοδήματα, περιουσιακά στοιχεία, υφιστάμενες οφειλές και ιστορικό πιστωτικής συμπεριφοράς και αποτελεί βασικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του τελικού κόστους χρηματοδότησης.
Αριθμητικός δείκτης που αποτυπώνει την πιστωτική αξιοπιστία ενός προσώπου, βασισμένος στο οικονομικό του ιστορικό. Επηρεάζει άμεσα την έγκριση αιτήσεων δανείων και τους όρους χρηματοδότησης.
Τραπεζικό προϊόν που παρέχει στον κάτοχο πρόσβαση σε προκαθορισμένο πιστωτικό όριο για αγορές ή/και αναλήψεις, με δυνατότητα εξόφλησης είτε πλήρως εντός καθορισμένης περιόδου είτε τμηματικά, με χρέωση τόκων στο ανεξόφλητο υπόλοιπο.
Οργανισμός (συνήθως τράπεζα) που δέχεται καταθέσεις από το κοινό και χορηγεί δάνεια ή παρέχει άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Συνήθως εποπτεύεται από ρυθμιστικές αρχές (στην Ελλάδα από Τράπεζα της Ελλάδος, στην ΕΕ από ΕΚΤ/SSM) και υποχρεούται να τηρεί αυστηρούς κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας και προστασίας καταθετών.
Το μέγιστο ποσό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσω πιστωτικής κάρτας ή γραμμής πίστωσης, όπως ορίζεται από το πιστωτικό ίδρυμα.
Η πιθανότητα μια οικονομική υποχρέωση να μην αποπληρωθεί έγκαιρα ή πλήρως. Αξιολογείται από τα πιστωτικά ιδρύματα πριν από κάθε χορήγηση δανείου και επηρεάζει το ύψος επιτοκίου, τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις και το ποσό που θα εγκριθεί.
Η γενική αύξηση των τιμών αγαθών και υπηρεσιών με την πάροδο του χρόνου, που μειώνει την αγοραστική δύναμη του χρήματος, δηλαδή με τα ίδια χρήματα αγοράζουμε λιγότερα αγαθά/υπηρεσίες σε σχέση με το παρελθόν.
Το σύνολο της περιουσίας που κατέχει ένα πρόσωπο, όπως ακίνητα, χρήματα ή άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, επιχειρήσεις ή άλλα πολύτιμα αγαθά.
Το ποσοστό των ατόμων σε ηλικία εργασίας που εργάζονται σε σχέση με τον αντίστοιχο συνολικό πληθυσμό της ίδιας ηλικιακής ομάδας.
Το ετήσιο επιτόκιο που αποτυπώνει το πραγματικό όφελος ή κόστος από μία κατάθεση ή ένα δανείο, λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση των τιμών (πληθωρισμός).
Η χρηματοδότηση έργων ή δραστηριοτήτων που έχουν θετικό περιβαλλοντικό ή κλιματικό αντίκτυπο και προάγουν τη βιώσιμη ανάπτυξη (π.χ. πράσινα ομόλογα, πράσινα δάνεια, ESG funds).
Κατάθεση στην οποία, τα χρήματα δεσμεύονται για συγκεκριμένο διάστημα με προκαθορισμένο επιτόκιο, συνήθως με υψηλότερη απόδοση από έναν απλό αποταμιευτικό λογαριασμό. Σε περίπτωση πρόωρης ανάληψης μπορεί να υπάρξει απώλεια τόκου.
Η χρέωση που επιβάλλεται για την παροχή τραπεζικής υπηρεσίας, όπως εμβάσματα ή συναλλαγές σε ξένο νόμισμα.
Κάρτα στην οποία πιστώνεται εκ των προτέρων με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό από τον χρήστη και χρησιμοποιείται μέχρι την εξάντλησή του, χωρίς σύνδεση με τραπεζικό λογαριασμό ή παροχή πίστωσης. Προσφέρει έλεγχο δαπανών και ασφάλεια, ιδίως σε online αγορές. Οι περισσότερες κάρτες επιτρέπουν και επαναφόρτιση.
Οι ποσότητες αγαθών ή υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες προς πώληση σε μια αγορά σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και τιμή.
Η εξόφληση ενός τμήματος ή ολόκληρου του δανείου πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία λήξης, ενδεχομένως με καταβολή αποζημίωσης (ποινή πρόωρης εξόφλησης) στο πιστωτικό ίδρυμα, ιδίως για δάνεια σταθερού επιτοκίου.
Η ικανότητα κάλυψης άμεσων οικονομικών υποχρεώσεων με διαθέσιμα μετρητά ή με στοιχεία που μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε χρήμα.
Η αλλαγή στους όρους ενός δανείου κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη, με στόχο την ευκολότερη αποπληρωμή.
Τα έξοδα που παραμένουν σταθερά από μήνα σε μήνα, όπως ενοίκιο, δόσεις ή ασφάλιστρα, και είναι συνήθως προβλέψιμα ως προς το ποσό και τον χρόνο πληρωμής.
Επιτόκιο που παραμένει αμετάβλητο για ορισμένο διάστημα ή για όλη τη διάρκεια ενός δανείου ή άλλου χρηματοπιστωτικού προϊόντος, ανεξάρτητα από τις μεταβολές της αγοράς (π.χ. επιτοκίου αναφοράς).
Η τιμή με την οποία ένα νόμισμα μπορεί να ανταλλαγεί με ένα άλλο. Μεταβάλλεται διαρκώς στις αγορές συναλλάγματος.
Το πρόσωπο που συμμετέχει ισότιμα σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό και έχει δικαίωμα διαχείρισης και εκτέλεσης συναλλαγών.
Η ικανότητα συστημάτων να επεξεργάζονται δεδομένα, να μαθαίνουν από αυτά και να λαμβάνουν αποφάσεις για την επίλυση προβλημάτων ή την επίτευξη στόχων.
Ο τόκος είναι το ποσό που καταβάλλεται για τον δανεισμό χρημάτων ή λαμβάνεται ως απόδοση για την αποταμίευση.
Ο πρόσθετος τόκος που επιβάλλεται όταν μια πληρωμή δεν καταβληθεί μέχρι την προκαθορισμένη ημερομηνία και επιβαρύνει τον δανειολήπτη. Λειτουργεί ως κύρωση και κίνητρο εμπρόθεσμης πληρωμής.
Η δόση δανείου που περιλαμβάνει τόσο κεφάλαιο όσο και τόκο ή ο πίνακας που παρουσιάζει την αποπληρωμή του.
Η κεντρική τράπεζα της χώρας, υπεύθυνη για τη σταθερότητα των τιμών και την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αποτελεί αναπόσπαστο μέλος του Ευρωσυστήματος και συμμετέχει με τις υπόλοιπες εθνικές κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη χάραξη της ενιαίας νομισματικής πολιτικής για το ευρώ.
Η κατάσταση κατά την οποία το συνολικό χρέος υπερβαίνει τη δυνατότητα αποπληρωμής υποχρεώσεων, οδηγώντας σε οικονομική δυσχέρεια.
Εξασφάλιση που συνδέεται με ακίνητο για τη χορήγηση δανείου, επιτρέποντας στον δανειστή να διεκδικήσει το ακίνητο σε περίπτωση μη αποπληρωμής.
Η επιβολή φόρου στα κέρδη από επενδύσεις, τόκους ή μερίσματα, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία.
Η οργανωμένη αγορά όπου πραγματοποιούνται αγοραπωλησίες μετοχών και άλλων χρηματοοικονομικών τίτλων.
Δείκτης που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης ή της απόδοσης μιας επιχείρησης.
Οργανισμός που παρέχει χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, όπως τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και επενδυτικοί φορείς.
Εφαρμογή που αποθηκεύει ψηφιακά τα στοιχεία καρτών και επιτρέπει την πραγματοποίηση πληρωμών μέσω κινητής ή άλλης ψηφιακής συσκευής, χωρίς τη χρήση φυσικής κάρτας.
Το σύνολο κανόνων και διαδικασιών που αποσκοπούν στον εντοπισμό και την αποτροπή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Το συνολικό ετήσιο κόστος ενός δανείου, το οποίο περιλαμβάνει τόκους και επιπλέον χρεώσεις, εκφρασμένο ως ποσοστό.
Η διάθεση ασφαλιστικών προϊόντων μέσω τραπεζών, στο πλαίσιο παροχής συνδυαστικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Ο διεθνής κωδικός που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση τραπεζών σε διασυνοριακές μεταφορές χρημάτων.
Τρόπος πληρωμής κατά τον οποίο η κάρτα ή η συσκευή (π.χ. κινητό τηλέφωνο, ρολόι) πλησιάζει στο τερματικό (POS) και η πληρωμή εκτελείται χωρίς να απαιτείται η φυσική επαφή ή η εισαγωγή της κάρτας. Εφόσον το ποσό δεν ξεπερνά ένα συγκεκριμένο όριο, δεν απαιτείται η πληκτρολόγηση PIN ή η επιβεβαίωση με βιομετρικά χαρακτηριστικά.
Το ποσό που καταβάλλει ο εκδότης του ομολόγου στον κάτοχό του, με τη μορφή τόκου, σε τακτά χρονικά διαστήματα, μέχρι τη λήξη του ομολόγου.
Δείκτης που μετρά πώς μεταβάλλονται οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνουν τα νοικοκυριά (το λεγόμενο «καλάθι του καταναλωτή»). Καταρτίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και αποτελεί το βασικό εργαλείο μέτρησης του πληθωρισμού.
Περιλαμβάνει πληροφορίες για τις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί, όπως ημερομηνίες, ποσά και τρόπους πληρωμής. Καταγράφει τη συνέπεια στην αποπληρωμή οικονομικών υποχρεώσεων ενός φυσικού ή νομικού προσώπου και χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση της πιστοληπτικής του αξιολόγησης. π.χ. Καθυστερήσεις στις πληρωμές δυσκολεύουν την έγκριση νέων αιτήσεων χρηματοδότησης.
Η βαθμονόμηση/ποσοτικοποίηση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου από ανεξάρτητο οίκο αξιολόγησης (π.χ. S&P, Moody's, Fitch) ή εσωτερικά από την τράπεζα. Επηρεάζει τη δυνατότητα και το κόστος χρηματοδότησης και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Η πιθανότητα μια οικονομική υποχρέωση να μην αποπληρωθεί έγκαιρα ή πλήρως. Αξιολογείται από τα πιστωτικά ιδρύματα πριν από κάθε χορήγηση δανείου και επηρεάζει το ύψος επιτοκίου, τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις και το ποσό που θα εγκριθεί.
Αριθμητικός δείκτης που αποτυπώνει την πιστωτική αξιοπιστία ενός προσώπου, βασισμένος στο οικονομικό του ιστορικό. Επηρεάζει άμεσα την έγκριση αιτήσεων δανείων και τους όρους χρηματοδότησης.
Ψηφιακό νόμισμα που λειτουργεί σε αποκεντρωμένο δίκτυο blockchain και χρησιμοποιεί κρυπτογραφία για την ασφάλεια των συναλλαγών. Η αξία του μπορεί να παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις. Τα κρυπτονομίσματα δεν αποτελούν επίσημο μέσο συναλλαγής, δεν εκδίδονται από κεντρική τράπεζα, και οι ελληνικές τράπεζες δεν κατέχουν άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων. Συνεπώς, δεν μπορούν να κατατεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό και δεν καλύπτονται από την εγγύηση καταθέσεων (ΤΕΚΕ).
Κατάσταση όπου μια δανειακή υποχρέωση δεν εξοφλείται εμπρόθεσμα ή θεωρείται απίθανο να εξοφληθεί πλήρως, συνήθως μετά από καθυστέρηση άνω των 90 ημερών. Η αθέτηση πληρωμής επηρεάζει αρνητικά την πιστοληπτική εικόνα του δανειολήπτη.
Η διαδικασία εξ αποστάσεως ένταξης νέου πελάτη σε τραπεζικές υπηρεσίες, μέσω ψηφιακής ταυτοποίησης, ελέγχου στοιχείων και ηλεκτρονικής υπογραφής, χωρίς φυσική παρουσία.
Εφαρμογή που αποθηκεύει ψηφιακά στοιχεία καρτών και επιτρέπει πληρωμές μέσω κινητής συσκευής χωρίς φυσική κάρτα.
Η στρατηγική τοποθέτησης των χρημάτων σε διαφορετικές επενδύσεις, κλάδους ή αγορές, ώστε να μειώνεται ο συνολικός κίνδυνος και να μην εξαρτάται η απόδοση (κέρδος ή ζημία) αποκλειστικά από μία μόνο επιλογή.
Εταιρεία που καταρτίζει χρηματιστηριακούς δείκτες για το σύνολο των εισηγμένων μετοχών, καθώς και για επιμέρους κατηγορίες τους, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το ετήσιο επιτόκιο που αποτυπώνει το πραγματικό κόστος ή όφελος μιας κατάθεσης ή δανείου, λαμβάνοντας υπόψη τον ανατοκισμό μέσα στο έτος.
Η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης, υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής και τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Συμβάλλει στη λειτουργία και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η ηλεκτρονική διαδικασία επαλήθευσης ταυτότητας πελάτη μέσω ψηφιακών μέσων, χωρίς φυσική παρουσία.
Επενδυτικό προϊόν που διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο όπως μια μετοχή και συνήθως ακολουθεί την απόδοση ενός δείκτη. Προσφέρει διασπορά επενδύσεων και δυνατότητα άμεσης αγοράς και πώλησης.
Το επιτόκιο αναφοράς για συναλλαγές σε ευρώ, που αντικατοπτρίζει το μέσο κόστος βραχυπρόθεσμου δανεισμού μεταξύ των τραπεζών. Χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό επιτοκίων δανείων.
Διεθνής οργανισμός που παρέχει υπηρεσίες διακανονισμού συναλλαγών σε τίτλους και φύλαξης επενδύσεων, διευκολύνοντας την ασφαλή ολοκλήρωση χρηματοοικονομικών συναλλαγών.
Ευρωπαϊκή υποδομή κεφαλαιαγορών που παρέχει αγορές και υπηρεσίες για την έκδοση, διαπραγμάτευση και εκκαθάριση χρηματοπιστωτικών προϊόντων.
Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, υπεύθυνη για τη νομισματική πολιτική και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η αγορά στην οποία αγοράζονται και πωλούνται νομίσματα με βάση την ισοτιμία που ισχύει τη στιγμή της συναλλαγής.
Κάθε σκόπιμη παράνομη ενέργεια που στοχεύει στην απόκτηση χρημάτων ή προσωπικών στοιχείων, συνήθως μέσω πλαστοπροσωπίας, παραπλανητικών μηνυμάτων (phishing, smishing) ή μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε λογαριασμούς. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αναφέρουν τέτοια περιστατικά στις αρμόδιες εποπτικές αρχές.
Τυποποιημένες συμφωνίες αγοράς ή πώλησης ενός προϊόντος ή τίτλου σε προκαθορισμένη τιμή στο μέλλον.
H συνολική αξία όλων των τελικών προϊόντων και υπηρεσιών που παράγονται σε μια χώρα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπως ένα τρίμηνο ή ένα έτος. Χρησιμοποιείται ως βασικός δείκτης για την πορεία της οικονομίας μίας χώρας, όταν αυξάνεται η οικονομία αναπτύσσεται, όταν μειώνεται η οικονομία συρρικνώνεται.
Δείκτης που αποτυπώνει την οικονομική παραγωγή ανά άτομο σε μια χώρα, υπολογιζόμενος ως το συνολικό ΑΕΠ διαιρεμένο με τον πληθυσμό. Δείχνει ποια θα ήταν η μέση οικονομική παραγωγή που αντιστοιχεί σε κάθε άτομο, αν η συνολική παραγωγή της οικονομίας κατανέμονταν ισόποσα.
Το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο που καθορίζει πώς συλλέγονται, χρησιμοποιούνται και προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα, παρέχοντας συγκεκριμένα δικαιώματα στους πολίτες.
Η προσωρινή δέσμευση μέρους του διαθέσιμου υπολοίπου ενός λογαριασμού ή μιας κάρτας, πριν οριστικοποιηθεί μια συναλλαγή. Εφαρμόζεται συχνά από ξενοδοχεία, εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων ή βενζινάδικα. Το δεσμευμένο ποσό δεν είναι διαθέσιμο για άλλες συναλλαγές και αποδεσμεύεται αυτόματα αν η τελική χρέωση είναι μικρότερη ή αν η συναλλαγή δεν ολοκληρωθεί.
Ο διεθνής αριθμός τραπεζικού λογαριασμού που χρησιμοποιείται για την ακριβή αναγνώριση και εκτέλεση μεταφορών χρημάτων.
Η διαδικασία κατά την οποία μια εταιρεία διαθέτει για πρώτη φορά μετοχές της στο επενδυτικό κοινό μέσω του χρηματιστηρίου. Με αυτόν τον τρόπο η εταιρεία αντλεί κεφάλαια και γίνεται εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Η τιμή της μετοχής νεοεισηγμένων εταιρειών μπορεί να παρουσιάσει έντονες αυξομειώσεις, ιδίως κατά το πρώτο διάστημα διαπραγμάτευσης.
Υπηρεσία άμεσων μεταφορών χρημάτων μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών, με χρήση αριθμού κινητού ή IBAN. Οι συναλλαγές ολοκληρώνονται σε δευτερόλεπτα και είναι διαθέσιμες 24 ώρες το 24ωρο.
Δείκτης που εκφράζει το ποσό του δανείου ως ποσοστό της εκτιμώμενης αξίας του ακινήτου που χρησιμοποιείται ως εξασφάλιση. Χαμηλότερο LTV σημαίνει μικρότερο κίνδυνο για το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και συχνά επιτρέπει καλύτερους όρους δανεισμού.
Ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις επενδυτικές υπηρεσίες και καθορίζει κανόνες για την προστασία των επενδυτών.
Αγορά όπου τράπεζες, επιχειρήσεις και κράτη δανείζονται ή τοποθετούν χρήματα για πολύ μικρό διάστημα (έως 12 μήνες). Σε αυτή την αγορά διαμορφώνονται βασικά επιτόκια αναφοράς, όπως το Euribor, τα οποία επηρεάζουν έμμεσα το κόστος δανεισμού στην ευρύτερη οικονομία.
Μέθοδος ταυτοποίησης που απαιτεί τη χρήση δύο ή περισσότερων στοιχείων επιβεβαίωσης για την ενίσχυση της ασφάλειας.
Δάνειο που παρουσιάζει σημαντική καθυστέρηση αποπληρωμής (συνήθως άνω των 90 ημερών) ή για το οποίο εκτιμάται ότι ο οφειλέτης δεν θα μπορέσει να τα αποπληρώσει πλήρως χωρίς ρευστοποίηση εξασφαλίσεων.
Μοναδικός κωδικός μίας χρήσης που ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα και χρησιμοποιείται για επιβεβαίωση συναλλαγών ή πρόσβασης.
Η κατάσταση κατά την οποία το συνολικό χρέος υπερβαίνει τη δυνατότητα αποπληρωμής υποχρεώσεων, οδηγώντας σε οικονομική δυσχέρεια.
Μορφή ηλεκτρονικής απάτης κατά την οποία αποστέλλονται παραπλανητικά μηνύματα με στόχο την απόκτηση προσωπικών ή τραπεζικών στοιχείων.
Το σύνολο των επενδύσεων που κατέχει ένας επενδυτής, όπως μετοχές, ομόλογα ή αμοιβαία κεφάλαια. Η σύνθεσή του καθορίζεται με βάση τους στόχους, το χρονικό ορίζοντα, το επίπεδο κινδύνου και το επενδυτικό προφίλ του επενδυτή.
Ηλεκτρονικό τερματικό που χρησιμοποιείται για την ολοκλήρωση πληρωμών με κάρτα ή κινητή συσκευή σε καταστήματα.
Κάρτα στην οποία πιστώνεται εκ των προτέρων με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό από τον χρήστη και χρησιμοποιείται μέχρι την εξάντλησή του, χωρίς σύνδεση με τραπεζικό λογαριασμό ή παροχή πίστωσης. Προσφέρει έλεγχο δαπανών και ασφάλεια, ιδίως σε online αγορές. Οι περισσότερες κάρτες επιτρέπουν και επαναφόρτιση.
Ευρωπαϊκή οδηγία που καθορίζει κανόνες για τις ψηφιακές πληρωμές και ενισχύει την ασφάλεια και τη διαφάνεια στις συναλλαγές. Εισήγαγε την υποχρεωτική ισχυρή ταυτοποίηση (SCA) και δημιούργησε το πλαίσιο για το Open Banking, δηλαδή την πρόσβαση αδειοδοτημένων τρίτων παρόχων σε τραπεζικά δεδομένα, κατόπιν συγκατάθεσης του πελάτη.
Αυτοματοποιημένες ειδοποιήσεις που αποστέλλονται σε κινητή συσκευή για κινήσεις λογαριασμού ή κάρτας, όπως χρεώσεις, πιστώσεις ή πιθανές ύποπτες ενέργειες. Συμβάλλουν στην άμεση ενημέρωση και παρακολούθηση των συναλλαγών.
Πόσα χρήματα κέρδισε ή έχασε κάποιος από μια επένδυση σε σχέση με το ποσό που αρχικά επένδυσε. Εκφράζεται συνήθως ως ετήσιο ποσοστό, μπορεί να είναι θετική (κέρδος) ή αρνητική (ζημιά) και να προέρχεται από τόκους, μερίσματα ή από το αν ανέβηκε ή έπεσε η αξία της επένδυσης (π.χ. αξία μετοχής ή αξία ακινήτου).
Μορφή δανεισμού με εγκεκριμένο ανώτατο όριο, χωρίς σταθερές δόσεις ή ημερομηνία λήξης. Ο δανειολήπτης δανείζεται όσα χρειάζεται κάθε φορά, και μόλις αποπληρώσει ένα μέρος, το ποσό αυτό γίνεται ξανά διαθέσιμο, χωρίς να χρειαστεί νέα αίτηση. Τόκοι χρεώνονται μόνο στο ποσό που έχει χρησιμοποιηθεί, αλλά όσο παραμένει ανεξόφλητο, το κόστος αυξάνεται. Η πιστωτική κάρτα και η υπερανάληψη (overdraft) είναι οι πιο γνωστές μορφές ανοικτού δανείου.
Ενιαίος χώρος πληρωμών σε ευρώ, αποτελούμενος από 36 χώρες, όπου οι μεταφορές χρημάτων πραγματοποιούνται με κοινούς κανόνες, αμεσότητα και κόστος αντίστοιχο εγχώριων συναλλαγών.
Το επιπλέον ποσοστό που προστίθεται σε ένα επιτόκιο αναφοράς, όπως το Euribor, ώστε να διαμορφωθεί το τελικό επιτόκιο ενός δανείου ή άλλου τραπεζικού προϊόντος.
Τραπεζική εντολή με την οποία ο πελάτης εξουσιοδοτεί την τράπεζα να πραγματοποιεί αυτόματα πληρωμές (π.χ. λογαριασμών ή δόσεων) σε συγκεκριμένο δικαιούχο, σε προκαθορισμένες ημερομηνίες.
Κατηγορία επενδυτικών κεφαλαίων που λειτουργεί με βάση ενιαίους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιτρέπει τη διάθεσή τους σε όλη την Ευρώπη.
Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη από την τράπεζα για τον υπολογισμό τόκων σε μια συναλλαγή ή από την οποία τα χρήματα καθίστανται διαθέσιμα στον λογαριασμό. Μπορεί να διαφέρει από την ημερομηνία εκτέλεσης της συναλλαγής.
Kάρτα που υπάρχει αποκλειστικά σε ψηφιακή μορφή, χωρίς φυσικό πλαστικό. Διαθέτει μοναδικό αριθμό, ημερομηνία λήξης και κωδικό CVV, όπως μια κανονική κάρτα, και χρησιμοποιείται για ηλεκτρονικές αγορές ή ανέπαφες πληρωμές μέσω ψηφιακού πορτοφολιού (π.χ. Apple Pay, Google Pay).