Μετά από διαδοχικά ρεκόρ τα προηγούμενα έτη, ο ελληνικός τουρισμός εισέρχεται στο 2026 με ασυνήθιστα χαμηλή ορατότητα, καθώς η γεωπολιτική διαταραχή στη Μέση Ανατολή έθεσε υπό πίεση τον πρώτο κρίκο της τουριστικής αλυσίδας: τις αεροπορικές μεταφορές. Σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ετήσια Έρευνα Συγκυρίας της ΕΤΕ σε ελληνικά ξενοδοχεία, καθώς διεξήχθη στην κορύφωση της κρίσης, την περίοδο Απριλίου-Μαΐου. Το βασικό μήνυμα είναι ότι, ακόμη και στο σημείο μέγιστης αβεβαιότητας, οι προσδοκίες του κλάδου παρέμειναν θετικές, παραπέμποντας σε αύξηση πωλήσεων της τάξης του 3% το 2026 (έναντι 4,5% το 2025). Η εκτίμηση αυτή είναι εκ των πραγμάτων συντηρητική, καθώς έκτοτε ο δείκτης εμπιστοσύνης του κλάδου βελτιώνεται συνεχώς, σε συνέπεια με την ομαλοποίηση της συγκυρίας. Η θετική αυτή εικόνα, επιβεβαιώνεται τόσο από τις διεθνείς εκτιμήσεις για τον ευρωπαϊκό τουρισμό (αύξηση 3%-4% το 2026) όσο και από την αεροπορική κίνηση στα ελληνικά αεροδρόμια (με τις πτήσεις της περιόδου Μάιος-Αύγουστος να κινούνται ανοδικά κατά 3,6%, έναντι 1,6% στην Ευρώπη).
Ωστόσο, η θετική εικόνα δεν σημαίνει ότι ο ελληνικός τουρισμός έμεινε ανεπηρέαστος από τη γεωπολιτική και ενεργειακή διαταραχή. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, που κορυφώθηκε τον Απρίλιο στα 120 δολάρια ανά βαρέλι, αύξησε το κόστος των αερομεταφορών, με τις τιμές καυσίμων να διπλασιάζονται, ενώ ενίσχυσε και τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα στις βασικές αγορές προέλευσης. Η έρευνά μας επιβεβαιώνει ότι οι ελληνικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είχαν εντονότερη έκθεση στις επιπτώσεις της κρίσης σε σχέση με τον υπόλοιπο επιχειρηματικό τομέα: 80% δήλωσε πίεση κόστους και σχεδόν το ½ αναγνώρισε επιπτώσεις στη ζήτηση και στον επενδυτικό σχεδιασμό, έναντι 70% και 30% αντίστοιχα στο σύνολο των ΜμΕ.
Το γεγονός ότι η κρίση δεν μετατράπηκε τελικά σε σοβαρή διαταραχή οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο ότι ορισμένα χαρακτηριστικά του ελληνικού μοντέλου λειτούργησαν στη συγκεκριμένη συγκυρία υποστηρικτικά. Η υψηλή εξάρτηση από ευρωπαϊκές αγορές (περίπου 90% των διανυκτερεύσεων εξωτερικού, έναντι περίπου 80% στη Μεσόγειο) και η έμφαση στο προϊόν «ήλιος-θάλασσα» ενίσχυσαν τη ζήτηση, καθώς οι Ευρωπαίοι τουρίστες εμφάνισαν αυξημένη διάθεση για θερινά ταξίδια αναψυχής σε μεσογειακούς προορισμούς. Κρισιμότερη, όμως, ήταν η τρίτη δομική παράμετρος: η αεροπορική συνδεσιμότητα. Λόγω της χαμηλής εγχώριας βάσης και της γεωγραφικής απόστασης από τις βασικές αγορές, μία παρατεταμένη διαταραχή στις αεροπορικές μεταφορές θα μπορούσε να πλήξει δυσανάλογα τον ελληνικό τουρισμό. Τελικά, ο κίνδυνος αυτός δεν ενεργοποιήθηκε: οι αρχικοί φόβοι για ελλείψεις καυσίμων δεν επιβεβαιώθηκαν, ενώ η εκτόξευση των τιμών ήταν σύντομη και σημειώθηκε σε περίοδο που επέτρεψε στις αεροπορικές εταιρείες να απορροφήσουν μέρος της πίεσης μέσω στρατηγικών αντιστάθμισης κόστους.
Το δίδαγμα της τρέχουσας συγκυρίας είναι ότι, σε ένα περιβάλλον συχνότερων γεωπολιτικών και ενεργειακών αναταράξεων, η διαχείριση του αεροπορικού κινδύνου πρέπει να αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο της τουριστικής πολιτικής. Για να αποτυπωθεί η ευαισθησία του κλάδου σε μία διαταραχή μεγαλύτερης διάρκειας, εξετάζονται ενδεικτικά σενάρια για την επόμενη τουριστική περίοδο: σε σενάριο χαμηλής πίεσης, με τιμές πετρελαίου κοντά στα 80 δολάρια/βαρέλι έως το 1ο εξάμηνο του 2027 (έναντι 70 δολαρίων το 2025), η τουριστική ζήτηση θα μπορούσε να δεχθεί μέγιστη πίεση έως 2 ποσοστιαίες μονάδες. Σε σενάριο παρατεταμένης διαταραχής, με μέση τιμή κοντά στα 100 δολάρια/βαρέλι, η αντίστοιχη πίεση στη ζήτηση θα μπορούσε να φθάσει έως 5,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Η ανάγκη αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η προσπάθεια μετεξέλιξης του ελληνικού τουριστικού μοντέλου. Από την πλευρά της πολιτείας, προωθούνται παρεμβάσεις σε χρόνιες αδυναμίες, όπως ο χωροταξικός σχεδιασμός και οι υποδομές. Από την πλευρά του κλάδου, καταγράφεται επίσης μεγαλύτερη ωριμότητα, καθώς σχεδόν το ½ των ξενοδοχείων τόσο βλέπει θετικά τη συμβολή του στην αναβάθμιση τοπικών υποδομών μέσω του τέλους ανθεκτικότητας όσο και κινείται προδραστικά για την αξιοποίηση ζήτησης από μακρινές αγορές. Σε αυτό το πλαίσιο, η αεροπορική συνδεσιμότητα πρέπει να προστατευθεί προληπτικά. Αυτό σημαίνει πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων με αντικειμενικούς ενεργοποιητές, προσυμφωνημένα πρωτόκολλα αντίδρασης, διαφανή προσωρινά κίνητρα και δυνατότητα ευέλικτης τιμολόγησης αεροδρομιακών τελών όπου απαιτείται. Χωρίς θωρακισμένη αεροπορική συνδεσιμότητα, οι ευρύτερες προσπάθειες αναβάθμισης του τουριστικού μοντέλου της χώρας κινδυνεύουν να μείνουν εκτεθειμένες στον πρώτο κρίκο της αλυσίδας – και μάλιστα σε εκείνον όπου η χώρα έχει τον μικρότερο άμεσο έλεγχο.
Δείτε το σχετικό infographic:
